Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατακύρωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η επικύρωση, η επιβεβαίωση Βικιλεξικό
  2. η αναγνώριση σε κάποιον την κυριότητα ενός πράγματος, π.χ. μετά από πλειστηριασμό Βικιλεξικό
  3. η αναγνώριση κατοχής ενός υλικού ή άϋλου αντικειμένου (π.χ. μιας έδρας) με διοικητική ή δικαστική απόφαση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατακύρωση < κατακυρώνω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατακύρωσηκατακυρώσεις
Γενικήκατακύρωσηςκατακυρώσεων
Αιτιατικήκατακύρωσηκατακυρώσεις
Κλητικήκατακύρωσηκατακυρώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →