κατακύρωση
•
- η επικύρωση, η επιβεβαίωση Βικιλεξικό
- η αναγνώριση σε κάποιον την κυριότητα ενός πράγματος, π.χ. μετά από πλειστηριασμό Βικιλεξικό
- η αναγνώριση κατοχής ενός υλικού ή άϋλου αντικειμένου (π.χ. μιας έδρας) με διοικητική ή δικαστική απόφαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατακύρωση < κατακυρώνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατακύρωση | κατακυρώσεις |
| Γενική | κατακύρωσης | κατακυρώσεων |
| Αιτιατική | κατακύρωση | κατακυρώσεις |
| Κλητική | κατακύρωση | κατακυρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →