κατακόρυφος
•
- αθλητισμόςτοποθέτηση του σώματος σε θέση κάθετη προς το επίπεδο και με τα πόδια προς τα πάνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατακόρυφος < κατα- + κορυφ(ή) + -ος, απόδοση για τη γαλλική vertical
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατακόρυφος | κατακόρυφοι |
| Γενική | κατακορύφου | κατακορύφων |
| Αιτιατική | κατακόρυφο | κατακορύφους |
| Κλητική | κατακόρυφε | κατακόρυφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →