οριζόντιος
•
- που είναι παράλληλος προς τον ορίζοντα, που είναι κάθετος προς ένα κατακόρυφο επίπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οριζόντιος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική horizontal < αρχαία ελληνική ὁρίζων < ὁρίζω < ὅρος < πρωτοελληνική *wórwos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *werw-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οριζόντιος | οριζόντια | οριζόντιο |
| Γενική | οριζόντιου | οριζόντιας | οριζόντιου |
| Αιτιατική | οριζόντιο | οριζόντια | οριζόντιο |
| Κλητική | οριζόντιε | οριζόντια | οριζόντιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οριζόντιοι | οριζόντιες | οριζόντια |
| Γενική | οριζόντιων | οριζόντιων | οριζόντιων |
| Αιτιατική | οριζόντιους | οριζόντιες | οριζόντια |
| Κλητική | οριζόντιοι | οριζόντιες | οριζόντια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →