καταλυτικός
•
- καταστροφικός Βικιλεξικό
- θρησκείασχετικός με νηστεία, επιτρεπόμενος σε βρώση Βικιλεξικό
- χημείασχετικός με τους καταλύτες, ουσίες που επιταχύνουν μια χημική αντίδραση Βικιλεξικό
- για αυτοκίνηταπου έχει καταλύτη στο σύστημα εξαγωγής καυσαερίων Βικιλεξικό
- καταλυτικός κινητήρας, καταλυτικό αυτοκίνητο
- μεταφορικάπου συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας διαδικασίας Βικιλεξικό
- η παρέμβαση αυτού του ομιλητή έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην συνέχεια της συζήτησης
- Αναγνωρίστηκε γενικά ο καταλυτικός ρόλος των ΜΜΕ, διευρύνθηκε η εμβέλεια της επιστήμης της πολιτικής επικοινωνίας, αναβαθμίστηκαν τα επαγγέλματα των πολιτικών συμβούλων και ψιμυθιολόγων (Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 24 Νοεμβρίου 2008, https://www.tovima.gr/2008/11/24/opinions/poy-paei-i-politiki/)
- εξαιρετικά αυστηρός Βικιλεξικό
- καταλυτική κριτική
Ετυμολογία
καταλυτικός < ελληνιστική κοινή καταλυτικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική catalytic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταλυτικός | καταλυτική | καταλυτικό |
| Γενική | καταλυτικού | καταλυτικής | καταλυτικού |
| Αιτιατική | καταλυτικό | καταλυτική | καταλυτικό |
| Κλητική | καταλυτικέ | καταλυτική | καταλυτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταλυτικοί | καταλυτικές | καταλυτικά |
| Γενική | καταλυτικών | καταλυτικών | καταλυτικών |
| Αιτιατική | καταλυτικούς | καταλυτικές | καταλυτικά |
| Κλητική | καταλυτικοί | καταλυτικές | καταλυτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →