Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταλυτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. καταστροφικός Βικιλεξικό
  2. θρησκείασχετικός με νηστεία, επιτρεπόμενος σε βρώση Βικιλεξικό
  3. χημείασχετικός με τους καταλύτες, ουσίες που επιταχύνουν μια χημική αντίδραση Βικιλεξικό
  4. για αυτοκίνηταπου έχει καταλύτη στο σύστημα εξαγωγής καυσαερίων Βικιλεξικό
    • καταλυτικός κινητήρας, καταλυτικό αυτοκίνητο
  5. μεταφορικάπου συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας διαδικασίας Βικιλεξικό
    • η παρέμβαση αυτού του ομιλητή έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην συνέχεια της συζήτησης
    • Αναγνωρίστηκε γενικά ο καταλυτικός ρόλος των ΜΜΕ, διευρύνθηκε η εμβέλεια της επιστήμης της πολιτικής επικοινωνίας, αναβαθμίστηκαν τα επαγγέλματα των πολιτικών συμβούλων και ψιμυθιολόγων (Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 24 Νοεμβρίου 2008, https://www.tovima.gr/2008/11/24/opinions/poy-paei-i-politiki/)
  6. εξαιρετικά αυστηρός Βικιλεξικό
    • καταλυτική κριτική

Ετυμολογία

καταλυτικός < ελληνιστική κοινή καταλυτικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική catalytic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταλυτικόςκαταλυτικήκαταλυτικό
Γενικήκαταλυτικούκαταλυτικήςκαταλυτικού
Αιτιατικήκαταλυτικόκαταλυτικήκαταλυτικό
Κλητικήκαταλυτικέκαταλυτικήκαταλυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταλυτικοίκαταλυτικέςκαταλυτικά
Γενικήκαταλυτικώνκαταλυτικώνκαταλυτικών
Αιτιατικήκαταλυτικούςκαταλυτικέςκαταλυτικά
Κλητικήκαταλυτικοίκαταλυτικέςκαταλυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →