καταλύω
•
- μεταβατικόδιαλύω, καταστρέφω, παραλύω, καταργώ Βικιλεξικό
- θρησκείασταματάω την νηστεία τρώγοντας τροφές αρτυμένες Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: καταλώ, κατελώ
- θρησκείακοινωνώ την υπόλοιπη Θεία Κοινωνία που έχει απομείνει στο δισκοπότηρο (για ιερέα) Βικιλεξικό
- λόγιο((αμετάβατο), μόνο στην ενεργητική φωνή) Βικιλεξικό
- χημεία((αμετάβατο), μόνο στην ενεργητική φωνή) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταλύω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική καταλύω < αρχαία ελληνική καταλύω. Νεότερες σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική catalyser. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + λύω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταλύω | καταλύεις | καταλύει | καταλύουμε | καταλύετε | καταλύουν / καταλύουνε |
| Παρατατικός | κατέλυα | κατέλυες | κατέλυε | καταλύαμε | καταλύατε | κατέλυαν / καταλύαν / καταλύανε |
| Αόριστος | κατέλυσα | κατέλυσες | κατέλυσε | καταλύσαμε | καταλύσατε | κατέλυσαν / καταλύσαν / καταλύσανε |
| Μέλλοντας | θα καταλύσω / θα καταλύω | θα καταλύεις / θα καταλύσεις | θα καταλύει / θα καταλύσει | θα καταλύουμε / θα καταλύσουμε | θα καταλύετε / θα καταλύσετε | θα καταλύουν / θα καταλύουνε / θα καταλύσουν / θα καταλύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταλύσει | έχεις καταλύσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταλύσει | είχες καταλύσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταλύσει / να καταλύσω / να καταλύω | να έχεις καταλύσει / να καταλύεις / να καταλύσεις | να καταλύει / να καταλύσει | να καταλύουμε / να καταλύσουμε | να καταλύετε / να καταλύσετε | να καταλύουν / να καταλύουνε / να καταλύσουν / να καταλύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε καταλυμένο / κατάλυε / κατάλυσε | — | — | καταλύετε / καταλύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταλύθηκακαταλύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →