Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταλύω

/ka.taˈli.o/ρήμα
•
  1. μεταβατικόδιαλύω, καταστρέφω, παραλύω, καταργώ Βικιλεξικό
  2. θρησκείασταματάω την νηστεία τρώγοντας τροφές αρτυμένες Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: καταλώ, κατελώ
  3. θρησκείακοινωνώ την υπόλοιπη Θεία Κοινωνία που έχει απομείνει στο δισκοπότηρο (για ιερέα) Βικιλεξικό
  4. λόγιο((αμετάβατο), μόνο στην ενεργητική φωνή) Βικιλεξικό
  5. χημεία((αμετάβατο), μόνο στην ενεργητική φωνή) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταλύω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική καταλύω < αρχαία ελληνική καταλύω. Νεότερες σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική catalyser. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + λύω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταλύωκαταλύειςκαταλύεικαταλύουμεκαταλύετεκαταλύουν / καταλύουνε
Παρατατικόςκατέλυακατέλυεςκατέλυεκαταλύαμεκαταλύατεκατέλυαν / καταλύαν / καταλύανε
Αόριστοςκατέλυσακατέλυσεςκατέλυσεκαταλύσαμεκαταλύσατεκατέλυσαν / καταλύσαν / καταλύσανε
Μέλλονταςθα καταλύσω / θα καταλύωθα καταλύεις / θα καταλύσειςθα καταλύει / θα καταλύσειθα καταλύουμε / θα καταλύσουμεθα καταλύετε / θα καταλύσετεθα καταλύουν / θα καταλύουνε / θα καταλύσουν / θα καταλύσουνε
Παρακείμενοςέχω καταλύσειέχεις καταλύσει————
Υπερσυντέλικοςείχα καταλύσειείχες καταλύσει————
Υποτακτικήνα έχω καταλύσει / να καταλύσω / να καταλύωνα έχεις καταλύσει / να καταλύεις / να καταλύσειςνα καταλύει / να καταλύσεινα καταλύουμε / να καταλύσουμενα καταλύετε / να καταλύσετενα καταλύουν / να καταλύουνε / να καταλύσουν / να καταλύσουνε
Προστακτική—έχε καταλυμένο / κατάλυε / κατάλυσε——καταλύετε / καταλύστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

καταλύθηκακαταλύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →