Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταλύτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χημείαουσία που αυξάνει την ταχύτητα μιας χημικής αντίδρασης, χωρίς να μεταβάλλεται η ίδια Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηοτιδήποτε συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας διεργασίας Βικιλεξικό
    • η παραίτηση του βουλευτή λειτούργησε ως καταλύτης των πολιτικών εξελίξεων
  3. στο αυτοκίνητοεξάρτημα των κινητήρων που λειτουργούν με αμόλυβδη βενζίνη· παρεμβάλλεται στην εξάτμιση και μειώνει την τοξικότητα των εκπεμπόμενων καυσαερίων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταλύτης < καταλύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταλύτηςκαταλύτες
Γενικήκαταλύτηκαταλυτών
Αιτιατικήκαταλύτηκαταλύτες
Κλητικήκαταλύτηκαταλύτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καταλυτής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κάποιος που καταλύει, που καταστρέφει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταλυτής < ελληνιστική κοινή καταλυτής < αρχαία ελληνική καταλύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταλυτήςκαταλυτές
Γενικήκαταλυτήκαταλυτών
Αιτιατικήκαταλυτήκαταλυτές
Κλητικήκαταλυτήκαταλυτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →