καταλύτης
•
- χημείαουσία που αυξάνει την ταχύτητα μιας χημικής αντίδρασης, χωρίς να μεταβάλλεται η ίδια Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοτιδήποτε συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας διεργασίας Βικιλεξικό
- η παραίτηση του βουλευτή λειτούργησε ως καταλύτης των πολιτικών εξελίξεων
- στο αυτοκίνητοεξάρτημα των κινητήρων που λειτουργούν με αμόλυβδη βενζίνη· παρεμβάλλεται στην εξάτμιση και μειώνει την τοξικότητα των εκπεμπόμενων καυσαερίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταλύτης < καταλύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταλύτης | καταλύτες |
| Γενική | καταλύτη | καταλυτών |
| Αιτιατική | καταλύτη | καταλύτες |
| Κλητική | καταλύτη | καταλύτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →