καταμέτρηση
•
- η ενέργεια του καταμετρώ, η ακριβής μέτρηση ενός μεγέθους Βικιλεξικό
- η ακριβής μέτρηση του πλήθους των ατόμων ή των ομοειδών αντικειμένων που υπάρχουν σε μια συγκεκριμένη στιγμή σε συγκεκριμένο χώρο και με συγκεκριμένο σκοπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταμέτρηση < ελληνιστική κοινή καταμέτρησις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταμέτρηση | καταμετρήσεις |
| Γενική | καταμέτρησης | καταμετρήσεων |
| Αιτιατική | καταμέτρηση | καταμετρήσεις |
| Κλητική | καταμέτρηση | καταμετρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →