καταμεσήμερο
•
- οικείοακριβώς το μεσημέρι, η ώρα του μεσημεριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταμεσήμερο < κατα- + μεσημέρ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταμεσήμερο | καταμεσήμερα |
| Γενική | καταμεσήμερου | καταμεσήμερων |
| Αιτιατική | καταμεσήμερο | καταμεσήμερα |
| Κλητική | καταμεσήμερο | καταμεσήμερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →