Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταναγκασμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η εξωτερική δύναμη/ενέργεια που οδηγεί τους ανθρώπους να κάνουν πράγματα παρά τη θέλησή τους καθώς και το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας Βικιλεξικό
    • Σου λέω σ'κώθηκα απ' το γιατάκι και πήγα στο χωράφι και ξεβοτάνισα. Αλλά το 'κανα αράθυμος και βαρύς, ανόρεχτος, σα σκλάβος που τον έριξαν στανικά σε καταναγκασμό. (Θωμάς Ψύρρας, Άρτιο κατά παρέκκλιση, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)

Ετυμολογία

καταναγκασμός < καταναγκάζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταναγκασμόςκαταναγκασμοί
Γενικήκαταναγκασμούκαταναγκασμών
Αιτιατικήκαταναγκασμόκαταναγκασμούς
Κλητικήκαταναγκασμέκαταναγκασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →