καταναγκαστικός
•
- ο επιβαλλόμενος δια νόμου, διαταγής ή άσκησης βίας Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπαχθής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταναγκαστικός < καταναγκάζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταναγκαστικός | καταναγκαστική | καταναγκαστικό |
| Γενική | καταναγκαστικού | καταναγκαστικής | καταναγκαστικού |
| Αιτιατική | καταναγκαστικό | καταναγκαστική | καταναγκαστικό |
| Κλητική | καταναγκαστικέ | καταναγκαστική | καταναγκαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταναγκαστικοί | καταναγκαστικές | καταναγκαστικά |
| Γενική | καταναγκαστικών | καταναγκαστικών | καταναγκαστικών |
| Αιτιατική | καταναγκαστικούς | καταναγκαστικές | καταναγκαστικά |
| Κλητική | καταναγκαστικοί | καταναγκαστικές | καταναγκαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →