Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταναγκαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο επιβαλλόμενος δια νόμου, διαταγής ή άσκησης βίας Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεπαχθής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταναγκαστικός < καταναγκάζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταναγκαστικόςκαταναγκαστικήκαταναγκαστικό
Γενικήκαταναγκαστικούκαταναγκαστικήςκαταναγκαστικού
Αιτιατικήκαταναγκαστικόκαταναγκαστικήκαταναγκαστικό
Κλητικήκαταναγκαστικέκαταναγκαστικήκαταναγκαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταναγκαστικοίκαταναγκαστικέςκαταναγκαστικά
Γενικήκαταναγκαστικώνκαταναγκαστικώνκαταναγκαστικών
Αιτιατικήκαταναγκαστικούςκαταναγκαστικέςκαταναγκαστικά
Κλητικήκαταναγκαστικοίκαταναγκαστικέςκαταναγκαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →