κατανόηση
•
- το να καταλαβαίνει κανείς μια κατάσταση Βικιλεξικό
- Η δυσαναγνωσία αποτελεί μία κατηγορία των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών, η οποία εστιάζει τη μελέτη της στην περιοχή της αναγνωστικής ικανότητας (ακρίβεια, ταχύτητα και κατανόηση), κατά την οποία το άτομο δεν αποδίδει το αναμενόμενο όριο που αντιστοιχεί στη χρονολογική ηλικία του, στη νοημοσύνη και στο επίπεδο εκπαίδευσής του.
- το να συμπάσχει κανείς με άλλο άτομο, η συμπάθεια Βικιλεξικό
- Έδειξε κατανόηση για τα προβλήματα της.
- Επομένως η αρμονική βαλκανική συνύπαρξη θεωρούνταν κατά τον Χ. Τρικούπη αφενός, συνάρτηση της απεξάρτησης των λαών τους από τις ξενικές επεμβάσεις στα εσωτερικά τους και αφετέρου, αγωνιώδης πορεία για την όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη προσέγγιση και ειλικρινέστερη κατανόηση με στόχο την ειρηνική επίλυση των διαφορών τους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Το νέο ελληνικό έθνος, 1204-2000, Ηρόδοτος, 2001, σελ. 37)
Ετυμολογία
κατανόηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατανόη(σις) (αρχαία σημασία: «παρατήρηση») + -ση < αρχαία ελληνική κατανοῶ/κατανοέω. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + νο(ώ), νοη- + -ση (νόηση) :* σημασία «συμπάσχω» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική compréhension, entendement και από την αγγλική understanding
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατανόηση | κατανοήσεις |
| Γενική | κατανόησης | κατανοήσεων |
| Αιτιατική | κατανόηση | κατανοήσεις |
| Κλητική | κατανόηση | κατανοήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →