καταπίστευση
•
- νομικός όροςη πράξη κατά την οποία κάποιος εμπιστεύεται ένα αγαθό σε άλλον, ώστε να αυτός να το μεταβιβάσει σε τρίτον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταπίστευση < ελληνιστική καταπιστεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταπίστευση | καταπιστεύσεις |
| Γενική | καταπίστευσης | καταπιστεύσεων |
| Αιτιατική | καταπίστευση | καταπιστεύσεις |
| Κλητική | καταπίστευση | καταπιστεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →