καταπίστευμα
•
- κάτι που εμπιστεύεται κάποιος σε άλλον Βικιλεξικό
- Η εξουσία πρέπει να ασκείται ως καταπίστευμα του λαού.
- νομικός όροςδικαίωμα καθορισμού απώτερου κληρονόμου σε περίπτωση θανάτου του πρώτου - αρχικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταπίστευμα < ελληνιστική κοινή καταπιστεύω (εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον, έχω πίστη, πεποίθηση σε κάποιον) + -μα, απόδοση για τη νεολατινική fideicommissum (αυτό που εμπιστεύθηκε με διαθήκη) :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1840
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταπίστευμα | καταπιστεύματα |
| Γενική | καταπιστεύματος | καταπιστευμάτων |
| Αιτιατική | καταπίστευμα | καταπιστεύματα |
| Κλητική | καταπίστευμα | καταπιστεύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →