καταπληγιάζω
•
- μεταβατικόπληγιάζω σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταπληγιάζω < κατα- + πληγιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταπληγιάζω | καταπληγιάζεις | καταπληγιάζει | καταπληγιάζουμε | καταπληγιάζετε | καταπληγιάζουν / καταπληγιάζουνε |
| Παρατατικός | καταπλήγιαζα | καταπλήγιαζες | καταπλήγιαζε | καταπληγιάζαμε | καταπληγιάζατε | καταπλήγιαζαν / καταπληγιάζαν / καταπληγιάζανε |
| Αόριστος | καταπλήγιασα | καταπλήγιασες | καταπλήγιασε | καταπληγιάσαμε | καταπληγιάσατε | καταπλήγιασαν / καταπληγιάσαν / καταπληγιάσανε |
| Μέλλοντας | θα καταπληγιάζω / θα καταπληγιάσω | θα καταπληγιάζεις / θα καταπληγιάσεις | θα καταπληγιάζει / θα καταπληγιάσει | θα καταπληγιάζουμε / θα καταπληγιάσουμε | θα καταπληγιάζετε / θα καταπληγιάσετε | θα καταπληγιάζουν / θα καταπληγιάζουνε / θα καταπληγιάσουν / θα καταπληγιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταπληγιάσει | έχεις καταπληγιάσει | έχει καταπληγιάσει | έχουμε καταπληγιάσει | έχετε καταπληγιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταπληγιάσει | είχες καταπληγιάσει | είχε καταπληγιάσει | είχαμε καταπληγιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταπληγιάσει / να καταπληγιάζω / να καταπληγιάσω | να έχεις καταπληγιάσει / να καταπληγιάζεις / να καταπληγιάσεις | να έχει καταπληγιάσει / να καταπληγιάζει / να καταπληγιάσει | να έχουμε καταπληγιάσει / να καταπληγιάζουμε / να καταπληγιάσουμε | να έχετε καταπληγιάσει / να καταπληγιάζετε / να καταπληγιάσετε | να καταπληγιάζουν / να καταπληγιάζουνε / να καταπληγιάσουν / να καταπληγιάσουνε |
| Προστακτική | — | καταπλήγιαζε / καταπλήγιασε | — | — | καταπληγιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταπληγιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →