Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπληγιάζω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόπληγιάζω σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταπληγιάζω < κατα- + πληγιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταπληγιάζωκαταπληγιάζειςκαταπληγιάζεικαταπληγιάζουμεκαταπληγιάζετεκαταπληγιάζουν / καταπληγιάζουνε
Παρατατικόςκαταπλήγιαζακαταπλήγιαζεςκαταπλήγιαζεκαταπληγιάζαμεκαταπληγιάζατεκαταπλήγιαζαν / καταπληγιάζαν / καταπληγιάζανε
Αόριστοςκαταπλήγιασακαταπλήγιασεςκαταπλήγιασεκαταπληγιάσαμεκαταπληγιάσατεκαταπλήγιασαν / καταπληγιάσαν / καταπληγιάσανε
Μέλλονταςθα καταπληγιάζω / θα καταπληγιάσωθα καταπληγιάζεις / θα καταπληγιάσειςθα καταπληγιάζει / θα καταπληγιάσειθα καταπληγιάζουμε / θα καταπληγιάσουμεθα καταπληγιάζετε / θα καταπληγιάσετεθα καταπληγιάζουν / θα καταπληγιάζουνε / θα καταπληγιάσουν / θα καταπληγιάσουνε
Παρακείμενοςέχω καταπληγιάσειέχεις καταπληγιάσειέχει καταπληγιάσειέχουμε καταπληγιάσειέχετε καταπληγιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καταπληγιάσειείχες καταπληγιάσειείχε καταπληγιάσειείχαμε καταπληγιάσει——
Υποτακτικήνα έχω καταπληγιάσει / να καταπληγιάζω / να καταπληγιάσωνα έχεις καταπληγιάσει / να καταπληγιάζεις / να καταπληγιάσειςνα έχει καταπληγιάσει / να καταπληγιάζει / να καταπληγιάσεινα έχουμε καταπληγιάσει / να καταπληγιάζουμε / να καταπληγιάσουμενα έχετε καταπληγιάσει / να καταπληγιάζετε / να καταπληγιάσετενα καταπληγιάζουν / να καταπληγιάζουνε / να καταπληγιάσουν / να καταπληγιάσουνε
Προστακτική—καταπλήγιαζε / καταπλήγιασε——καταπληγιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

καταπληγιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →