πληγιάζω
•
- μεταβατικόγεμίζω πληγές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πληγιάζω < πληγή + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πληγιάζω | πληγιάζεις | πληγιάζει | πληγιάζουμε | πληγιάζετε | πληγιάζουν / πληγιάζουνε |
| Παρατατικός | πλήγιαζα | πλήγιαζες | πλήγιαζε | πληγιάζαμε | πληγιάζατε | πλήγιαζαν / πληγιάζαν / πληγιάζανε |
| Αόριστος | πλήγιασα | πλήγιασες | πλήγιασε | πληγιάσαμε | πληγιάσατε | πλήγιασαν / πληγιάσαν / πληγιάσανε |
| Μέλλοντας | θα πληγιάζω / θα πληγιάσω | θα πληγιάζεις / θα πληγιάσεις | θα πληγιάζει / θα πληγιάσει | θα πληγιάζουμε / θα πληγιάσουμε | θα πληγιάζετε / θα πληγιάσετε | θα πληγιάζουν / θα πληγιάζουνε / θα πληγιάσουν / θα πληγιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πληγιάσει | έχεις πληγιάσει | έχει πληγιάσει | έχουμε πληγιάσει | έχετε πληγιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πληγιάσει | είχες πληγιάσει | είχε πληγιάσει | είχαμε πληγιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πληγιάσει / να πληγιάζω / να πληγιάσω | να έχεις πληγιάσει / να πληγιάζεις / να πληγιάσεις | να έχει πληγιάσει / να πληγιάζει / να πληγιάσει | να έχουμε πληγιάσει / να πληγιάζουμε / να πληγιάσουμε | να έχετε πληγιάσει / να πληγιάζετε / να πληγιάσετε | να πληγιάζουν / να πληγιάζουνε / να πληγιάσουν / να πληγιάσουνε |
| Προστακτική | — | πλήγιαζε / πλήγιασε | — | — | πληγιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πληγιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →