καταποτήρας
•
- παρωχημένοαγωγός βρομόνερων Βικιλεξικό
- παρωχημένοκαταβόθρα Βικιλεξικό
- παρωχημένοδίνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταποτήρας < καταπίνω + -τήρας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταποτήρας | καταποτήρες |
| Γενική | καταποτήρα | καταποτήρων |
| Αιτιατική | καταποτήρα | καταποτήρες |
| Κλητική | καταποτήρα | καταποτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →