Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπίνω

/ka.taˈpi.no/ρήμα
•
  1. κατεβάζω στον οισοφάγο και στο στομάχι μου υγρή ή στέρεη τροφή Βικιλεξικό
    • Δυσκολεύομαι να καταπιώ το χάπι-Αυτά τα μεγάλα χάπια δεν καταπίνονται γιατρέ και τα έκοψα στα δύο
  2. μεταφορικάυφίσταμαι κάτι δυσάρεστο (π.χ. μια προσβολή) χωρίς να διαμαρτυρηθώ, αποφεύγω να εκφράσω αυτό που αισθάνομαι Βικιλεξικό
    • Μου ζήτησε πάλι δανεικά και μου ήρθε να του πω, και τα περσινά δανεικά, τα αγύριστα τι θα γίνουν, αλλά το κατάπια, τι να κάνω, αδερφός μου είναι
    • καταπίνω τα δάκρυά μου
    • Α! Όλα κι όλα! Τέτοια προσβολή δεν καταπίνεται!!!
  3. λαϊκότροποεισπνέω Βικιλεξικό
    • Και νομίζεις ότι κερδίζεις κάτι που δεν καταπίνεις τον καπνό του τσιγάρου
    • Τόσο καυσαέριο που καταπίνεις όλη μέρα στο ταξί, το τσιγάρο μου σε πείραξε;
  4. μεταφορικάπιστεύω κάτι αφελώς Βικιλεξικό
    • Μα πώς το κατάπιε; (ένα τόσο χοντρό ψέμα)

Ετυμολογία

καταπίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καταπίνω < κατα- + πίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταπίνωκατάπινε / καταπίνειςκαταπίνεικαταπίνομε / καταπίνουμεκαταπίνετεκαταπίνουν / καταπίνουνε
Παρατατικόςκατάπινακατάπινεςκατάπινεκαταπίναμεκαταπίνατεκατάπιναν
Αόριστοςκατάπια / καταπιώκατάπιε / κατάπιες / καταπιείςκατάπιε / καταπιείκατάπιαμε / καταπιούμεκατάπιατε / καταπιείτεκατάπιαν / καταπιούν / καταπιούνε
Μέλλονταςθα καταπίνω / θα καταπιώθα καταπίνεις / θα καταπιείςθα καταπίνει / θα καταπιείθα καταπίνομε / θα καταπίνουμε / θα καταπιούμεθα καταπίνετε / θα καταπιείτεθα καταπίνουν / θα καταπίνουνε / θα καταπιούν / θα καταπιούνε
Παρακείμενοςέχω καταπιείέχεις καταπιείέχει καταπιείέχομε καταπιεί / έχουμε καταπιείέχετε καταπιείέχουν καταπιεί / έχουνε καταπιεί
Υπερσυντέλικοςείχα καταπιείείχες καταπιείείχε καταπιείείχαμε καταπιείείχατε καταπιεί—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →