καταπίνω
•
- κατεβάζω στον οισοφάγο και στο στομάχι μου υγρή ή στέρεη τροφή Βικιλεξικό
- Δυσκολεύομαι να καταπιώ το χάπι-Αυτά τα μεγάλα χάπια δεν καταπίνονται γιατρέ και τα έκοψα στα δύο
- μεταφορικάυφίσταμαι κάτι δυσάρεστο (π.χ. μια προσβολή) χωρίς να διαμαρτυρηθώ, αποφεύγω να εκφράσω αυτό που αισθάνομαι Βικιλεξικό
- Μου ζήτησε πάλι δανεικά και μου ήρθε να του πω, και τα περσινά δανεικά, τα αγύριστα τι θα γίνουν, αλλά το κατάπια, τι να κάνω, αδερφός μου είναι
- καταπίνω τα δάκρυά μου
- Α! Όλα κι όλα! Τέτοια προσβολή δεν καταπίνεται!!!
- λαϊκότροποεισπνέω Βικιλεξικό
- Και νομίζεις ότι κερδίζεις κάτι που δεν καταπίνεις τον καπνό του τσιγάρου
- Τόσο καυσαέριο που καταπίνεις όλη μέρα στο ταξί, το τσιγάρο μου σε πείραξε;
- μεταφορικάπιστεύω κάτι αφελώς Βικιλεξικό
- Μα πώς το κατάπιε; (ένα τόσο χοντρό ψέμα)
Ετυμολογία
καταπίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καταπίνω < κατα- + πίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταπίνω | κατάπινε / καταπίνεις | καταπίνει | καταπίνομε / καταπίνουμε | καταπίνετε | καταπίνουν / καταπίνουνε |
| Παρατατικός | κατάπινα | κατάπινες | κατάπινε | καταπίναμε | καταπίνατε | κατάπιναν |
| Αόριστος | κατάπια / καταπιώ | κατάπιε / κατάπιες / καταπιείς | κατάπιε / καταπιεί | κατάπιαμε / καταπιούμε | κατάπιατε / καταπιείτε | κατάπιαν / καταπιούν / καταπιούνε |
| Μέλλοντας | θα καταπίνω / θα καταπιώ | θα καταπίνεις / θα καταπιείς | θα καταπίνει / θα καταπιεί | θα καταπίνομε / θα καταπίνουμε / θα καταπιούμε | θα καταπίνετε / θα καταπιείτε | θα καταπίνουν / θα καταπίνουνε / θα καταπιούν / θα καταπιούνε |
| Παρακείμενος | έχω καταπιεί | έχεις καταπιεί | έχει καταπιεί | έχομε καταπιεί / έχουμε καταπιεί | έχετε καταπιεί | έχουν καταπιεί / έχουνε καταπιεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταπιεί | είχες καταπιεί | είχε καταπιεί | είχαμε καταπιεί | είχατε καταπιεί | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →