καταπραϋντικός
•
- που καταπραΰνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταπραϋντικός < καταπραΰν(ω) + -τικός. Μορφολογικά αναλύεται σε κατα- + πραϋντικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταπραϋντικός | καταπραϋντική | καταπραϋντικό |
| Γενική | καταπραϋντικού | καταπραϋντικής | καταπραϋντικού |
| Αιτιατική | καταπραϋντικό | καταπραϋντική | καταπραϋντικό |
| Κλητική | καταπραϋντικέ | καταπραϋντική | καταπραϋντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταπραϋντικοί | καταπραϋντικές | καταπραϋντικά |
| Γενική | καταπραϋντικών | καταπραϋντικών | καταπραϋντικών |
| Αιτιατική | καταπραϋντικούς | καταπραϋντικές | καταπραϋντικά |
| Κλητική | καταπραϋντικοί | καταπραϋντικές | καταπραϋντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →