Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπραϋντικός

/ka.ta.pɾa.in.diˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που καταπραΰνει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταπραϋντικός < καταπραΰν(ω) + -τικός. Μορφολογικά αναλύεται σε κατα- + πραϋντικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταπραϋντικόςκαταπραϋντικήκαταπραϋντικό
Γενικήκαταπραϋντικούκαταπραϋντικήςκαταπραϋντικού
Αιτιατικήκαταπραϋντικόκαταπραϋντικήκαταπραϋντικό
Κλητικήκαταπραϋντικέκαταπραϋντικήκαταπραϋντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταπραϋντικοίκαταπραϋντικέςκαταπραϋντικά
Γενικήκαταπραϋντικώνκαταπραϋντικώνκαταπραϋντικών
Αιτιατικήκαταπραϋντικούςκαταπραϋντικέςκαταπραϋντικά
Κλητικήκαταπραϋντικοίκαταπραϋντικέςκαταπραϋντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →