Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπραΰνω

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι πιο πράο και ήσυχο, κατευνάζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταπραΰνω < αρχαία ελληνική καταπραΰνω < κατά + πραΰνω < πραΰς / πρᾶος

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταπραΰνωκαταπραΰνειςκαταπραΰνεικαταπραΰνουμεκαταπραΰνετεκαταπραΰνουν / καταπραΰνουνε
Παρατατικόςκαταπράυνα / καταπραϋνόμουνακαταπράυνες / καταπραϋνόσουνακαταπράυνε / καταπραϋνότανεκαταπραΰναμεκαταπραΰνατεκαταπράυναν / καταπραΰναν / καταπραΰνανε
Αόριστοςκαταπράυνακαταπράυνεςκαταπράυνεκαταπραΰναμεκαταπραΰνατεκαταπράυναν / καταπραΰναν / καταπραΰνανε
Μέλλονταςθα καταπραΰνωθα καταπραΰνειςθα καταπραΰνειθα καταπραΰνουμεθα καταπραΰνετεθα καταπραΰνουν / θα καταπραΰνουνε
Παρακείμενοςέχω καταπραΰνειέχεις καταπραΰνειέχει καταπραΰνειέχουμε καταπραΰνειέχετε καταπραΰνειέχουν καταπραΰνει
Υπερσυντέλικοςείχα καταπραΰνειείχες καταπραΰνειείχε καταπραΰνειείχαμε καταπραΰνειείχατε καταπραΰνειείχαν καταπραΰνει
Υποτακτικήνα έχω καταπραΰνει / να καταπραΰνωνα έχεις καταπραΰνει / να καταπραΰνειςνα έχει καταπραΰνει / να καταπραΰνεινα έχουμε καταπραΰνει / να καταπραΰνουμενα έχετε καταπραΰνει / να καταπραΰνετενα έχουν καταπραΰνει / να καταπραΰνουν / να καταπραΰνουνε
Προστακτική—καταπράυνε / καταπραΰνου——καταπραΰνετε / καταπραΰντε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταπραΰνομαικαταπραΰνεσαικαταπραΰνεταικαταπραϋνόμαστε——
Παρατατικόςκαταπραϋνόμουνκαταπραϋνόσουνκαταπραϋνότανκαταπραϋνόμασταν / καταπραϋνόμαστε——
Μέλλονταςθα καταπραΰνομαιθα καταπραΰνεσαιθα καταπραΰνεταιθα καταπραϋνόμαστε——
Υποτακτικήνα καταπραΰνομαινα καταπραΰνεσαινα καταπραΰνεταινα καταπραϋνόμαστε——

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →