Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταριέμαι

/ka.taɾˈʝe.me/ρήμα
•
  1. εκστομίζω κατάρες εναντίον κάποιου, εύχομαι το κακό του Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαγανακτώ σε μεγάλο βαθμό για κάτι ή μεταμελούμαι Βικιλεξικό
    • Γεννήθηκα, για να πονώ και για να τυραννιέμαι, την ώρα που σε γνώρισα βαριά την καταριέμαι. (Στίχοι από το τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη «Γεννήθηκα, για να πονώ». Στίχοι: Κώστας Βίρβος)

Ετυμολογία

καταριέμαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καταρ(ῶμαι) (συνηρημένος τύπος του καταράομαι + -ιέμαι < κατάρα

Άλλοι τύποι

καταράστηκακαταραμένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →