καταριέμαι
•
- εκστομίζω κατάρες εναντίον κάποιου, εύχομαι το κακό του Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαγανακτώ σε μεγάλο βαθμό για κάτι ή μεταμελούμαι Βικιλεξικό
- Γεννήθηκα, για να πονώ και για να τυραννιέμαι, την ώρα που σε γνώρισα βαριά την καταριέμαι. (Στίχοι από το τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη «Γεννήθηκα, για να πονώ». Στίχοι: Κώστας Βίρβος)
Ετυμολογία
καταριέμαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καταρ(ῶμαι) (συνηρημένος τύπος του καταράομαι + -ιέμαι < κατάρα
Άλλοι τύποι
καταράστηκακαταραμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →