καταραμένος
•
- που τον έχουν καταραστεί Βικιλεξικό
- Είναι καταραμένος να αποτυγχάνει στις επιχειρήσεις του.
- που του πρέπει κατάρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάο κακότυχος Βικιλεξικό
- πολύ δυσάρεστος και βλαβερός Βικιλεξικό
- Καταραμένη συνήθεια το κάπνισμα!
Ετυμολογία
καταραμένος < μετοχή παρακειμένου του παθητικού ρήματος καταριέμαι
Άλλοι τύποι
καταραμένακαταραμένεκαταραμένεςκαταραμένηκαταραμένηςκαταραμένοκαταραμένοικαταραμένοςκαταραμένουκαταραμένουςκαταραμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →