Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταρριπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβάλλει στην κατάρριψη ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταρριπτικός < καταρρίπτω + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταρριπτικόςκαταρριπτικήκαταρριπτικό
Γενικήκαταρριπτικούκαταρριπτικήςκαταρριπτικού
Αιτιατικήκαταρριπτικόκαταρριπτικήκαταρριπτικό
Κλητικήκαταρριπτικέκαταρριπτικήκαταρριπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταρριπτικοίκαταρριπτικέςκαταρριπτικά
Γενικήκαταρριπτικώνκαταρριπτικώνκαταρριπτικών
Αιτιατικήκαταρριπτικούςκαταρριπτικέςκαταρριπτικά
Κλητικήκαταρριπτικοίκαταρριπτικέςκαταρριπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →