καταρριπτικός
•
- που συμβάλλει στην κατάρριψη ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταρριπτικός < καταρρίπτω + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταρριπτικός | καταρριπτική | καταρριπτικό |
| Γενική | καταρριπτικού | καταρριπτικής | καταρριπτικού |
| Αιτιατική | καταρριπτικό | καταρριπτική | καταρριπτικό |
| Κλητική | καταρριπτικέ | καταρριπτική | καταρριπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταρριπτικοί | καταρριπτικές | καταρριπτικά |
| Γενική | καταρριπτικών | καταρριπτικών | καταρριπτικών |
| Αιτιατική | καταρριπτικούς | καταρριπτικές | καταρριπτικά |
| Κλητική | καταρριπτικοί | καταρριπτικές | καταρριπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →