καταρρίπτω
•
- ρίχνω κάτι κάτω, στο έδαφος, αφού το χτυπήσω Βικιλεξικό
- καταρρίπτω εχθρικό αεροπλάνο
- μεταφορικάδείχνω ότι κάτι δεν είναι σωστό, ανατρέπω την άποψη που υπήρχε γι’ αυτό Βικιλεξικό
- καταρρίπτω τα επιχειρήματα
Ετυμολογία
καταρρίπτω < αρχαία ελληνική καταρρίπτω < κατά + ῥίπτω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική abattre / battre)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταρρίπτω | καταρρίπτεις | καταρρίπτει | καταρρίπτουμε | καταρρίπτετε | καταρρίπτουν / καταρρίπτουνε |
| Παρατατικός | κατέρριπτα | κατέρριπτες | κατέρριπτε | καταρρίπταμε | καταρρίπτατε | κατέρριπταν / καταρρίπταν / καταρρίπτανε |
| Αόριστος | κατέρριψα | κατέρριψες | κατέρριψε | καταρρίψαμε | καταρρίψατε | κατέρριψαν / καταρρίψαν / καταρρίψανε |
| Μέλλοντας | θα καταρρίπτω / θα καταρρίψω | θα καταρρίπτεις / θα καταρρίψεις | θα καταρρίπτει / θα καταρρίψει | θα καταρρίπτουμε / θα καταρρίψουμε | θα καταρρίπτετε / θα καταρρίψετε | θα καταρρίπτουν / θα καταρρίπτουνε / θα καταρρίψουν / θα καταρρίψουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταρρίψει | έχεις καταρρίψει | έχει καταρρίψει | έχουμε καταρρίψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταρρίψει | είχες καταρρίψει | είχε καταρρίψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταρρίψει / να καταρρίπτω / να καταρρίψω | να έχεις καταρρίψει / να καταρρίπτεις / να καταρρίψεις | να έχει καταρρίψει / να καταρρίπτει / να καταρρίψει | να έχουμε καταρρίψει / να καταρρίπτουμε / να καταρρίψουμε | να καταρρίπτετε / να καταρρίψετε | να καταρρίπτουν / να καταρρίπτουνε / να καταρρίψουν / να καταρρίψουνε |
| Προστακτική | — | κατάρριπτε / κατάρριψε | — | — | καταρρίπτετε / καταρρίψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →