καταρροή
•
- ιατρικήφλεγμονή των βλεννωδών υμένων της μύτης και του λαιμού, χαρακτηριστική στο συνάχι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταρροή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταρροή (η ροή προς τα κάτω). Μορφολογικά αναλύεται σε κατα- + -ρροή.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταρροή | καταρροές |
| Γενική | καταρροής | καταρροών |
| Αιτιατική | καταρροή | καταρροές |
| Κλητική | καταρροή | καταρροές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →