Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταρροή

/ka.ta.ɾoˈi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήφλεγμονή των βλεννωδών υμένων της μύτης και του λαιμού, χαρακτηριστική στο συνάχι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταρροή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταρροή (η ροή προς τα κάτω). Μορφολογικά αναλύεται σε κατα- + -ρροή.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταρροήκαταρροές
Γενικήκαταρροήςκαταρροών
Αιτιατικήκαταρροήκαταρροές
Κλητικήκαταρροήκαταρροές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →