καταρτίζω
•
- οργανώνω επιμέρους στοιχεία, δημιουργώντας ένα λειτουργικό σύνολο Βικιλεξικό
- Στις παρελθούσες εκλογές, τέσσερα κόμματα κατάρτισαν μια τετραμερή συμμαχία για να αποσπάσουν μια σημαντική μερίδα ψηφοφόρων.
- φτιάχνω ένα επίσημο έγγραφο (π.χ. μία πρόταση, έναν προϋπολογισμό) Βικιλεξικό
- καταρτισθείσα σύμβαση
- δίνω γνώσεις σε κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταρτίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καταρτίζω (βάζω σε τάξη), για την σημασία «εκπαιδεύω» < ελληνιστική κοινή καταρτίζω (προετοιμάζω) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική instruire και την αγγλική train)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταρτίζω | καταρτίζεις | καταρτίζει | καταρτίζουμε | καταρτίζετε | καταρτίζουν / καταρτίζουνε |
| Παρατατικός | κατάρτιζα | κατάρτιζες | κατάρτιζε | καταρτίζαμε | καταρτίζατε | κατάρτιζαν / καταρτίζαν / καταρτίζανε |
| Αόριστος | κατάρτισα | κατάρτισες | κατάρτισε | καταρτίσαμε | καταρτίσατε | κατάρτισαν / καταρτίσαν / καταρτίσανε |
| Μέλλοντας | θα καταρτίζω / θα καταρτίσω | θα καταρτίζεις / θα καταρτίσεις | θα καταρτίζει / θα καταρτίσει | θα καταρτίζουμε / θα καταρτίσουμε | θα καταρτίζετε / θα καταρτίσετε | θα καταρτίζουν / θα καταρτίζουνε / θα καταρτίσουν / θα καταρτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταρτίσει | έχεις καταρτίσει | έχει καταρτίσει | έχουμε καταρτίσει | έχετε καταρτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταρτίσει | είχες καταρτίσει | είχε καταρτίσει | είχαμε καταρτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταρτίσει / να καταρτίζω / να καταρτίσω | να έχεις καταρτίσει / να καταρτίζεις / να καταρτίσεις | να έχει καταρτίσει / να καταρτίζει / να καταρτίσει | να έχουμε καταρτίσει / να καταρτίζουμε / να καταρτίσουμε | να έχετε καταρτίσει / να καταρτίζετε / να καταρτίσετε | να καταρτίζουν / να καταρτίζουνε / να καταρτίσουν / να καταρτίσουνε |
| Προστακτική | — | κατάρτιζε / κατάρτισε | — | — | καταρτίζετε / καταρτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →