κατασήμανση
•
- γλωσσολογίαη παράσταση μιας έννοιας με έναν όρο (που αποτελείται από μία ή περισσότερες λέξεις) ή με ένα σύμβολο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασήμανση < κατασημαίνω + -ση, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική designation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατασήμανση | κατασημάνσεις |
| Γενική | κατασήμανσης | κατασημάνσεων |
| Αιτιατική | κατασήμανση | κατασημάνσεις |
| Κλητική | κατασήμανση | κατασημάνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →