κατασημαίνω
•
- γλωσσολογίαδημιουργώ / επιλέγω / υιοθετώ την κατασήμανση μιας έννοιας Βικιλεξικό
- Η έννοια "εκθέτης στον οποίο όταν υψωθεί το 10 δίνει έναν ορισμένο θετικό αριθμό" κατασημάνθηκε με τον όρο δεκαδικός λογάριθμος (του συγκεκριμένου θετικού αριθμού). Το "θετικό πρόσημο" ενός αριθμού έχει κατασημανθεί με το σύμβολο "+".
- γλωσσολογίαείμαι η κατασήμανση μιας έννοιας Βικιλεξικό
- Ο όρος δεκαδικός λογάριθμος κατασημαίνει την έννοια "εκθέτης στον οποίο όταν υψωθεί το 10 δίνει έναν ορισμένο θετικό αριθμό". Το σύμβολο "+" κατασημαίνει την έννοια "θετικό πρόσημο".
Ετυμολογία
κατασημαίνω < αρχαία ελληνική κατασημαίνω ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική designate)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασημαίνω | κατασημαίνεις | κατασημαίνει | κατασημαίνουμε | κατασημαίνετε | κατασημαίνουν / κατασημαίνουνε |
| Παρατατικός | κατασήμαινα | κατασήμαινες | κατασήμαινε | κατασημαίναμε | κατασημαίνατε | κατασήμαιναν / κατασημαίναν / κατασημαίνανε |
| Αόριστος | κατασήμανα | κατασήμανες | κατασήμανε | κατασημάναμε | κατασημάνατε | κατασήμαναν / κατασημάναν / κατασημάνανε |
| Μέλλοντας | θα κατασημάνω / θα κατασημαίνω | θα κατασημάνεις / θα κατασημαίνεις | θα κατασημάνει / θα κατασημαίνει | θα κατασημάνουμε / θα κατασημαίνουμε | θα κατασημάνετε / θα κατασημαίνετε | θα κατασημάνουν / θα κατασημάνουνε / θα κατασημαίνουν / θα κατασημαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατασημάνει | έχεις κατασημάνει | έχει κατασημάνει | έχουμε κατασημάνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατασημάνει | είχες κατασημάνει | είχε κατασημάνει | είχαμε κατασημάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατασημάνει / να κατασημάνω / να κατασημαίνω | να έχεις κατασημάνει / να κατασημάνεις / να κατασημαίνεις | να έχει κατασημάνει / να κατασημάνει / να κατασημαίνει | να έχουμε κατασημάνει / να κατασημάνουμε / να κατασημαίνουμε | να κατασημάνετε / να κατασημαίνετε | να κατασημάνουν / να κατασημάνουνε / να κατασημαίνουν / να κατασημαίνουνε |
| Προστακτική | — | έχε κατασημασμένο / κατασήμαινε / κατασήμανε | — | — | κατασημάντε / κατασημαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →