Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατασίγασις

/ka.taˈsi.ɣa.sis/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. καθαρεύουσακατασίγαση Βικιλεξικό
    • Καὶ ἀναγνωρίζοντες ταῦτα οὐδὲν ἄλλο πράττουν εἰμὴ ὁμολογοῦν ἀφελῶς τὴν ὅλην αὐτῶν ὑπαιτιότητα διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν^([αυτολεξεί]), διότι ἢ τῆς ὑφέσεως καὶ καὶ^([αυτολεξεί]) κατασιγάσεως τῶν παθῶν καὶ τῆς διαιρέσεως τοῦ Λαοῦ.

Ετυμολογία

κατασίγασις < (μαρτυρείται από το 1895) (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατασιγάζω, από το αόριστο θέμα κατασίγα- + -σις. Μορφολογικά αναλύεται σε κατα- + σίγασις. : ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: κατασίγαση

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →