σίγησις
•
- η ενέργεια του σιγώ Βικιλεξικό
- γλωσσολογίασίγηση (παύση προφοράς φθόγγου) Βικιλεξικό
- 1928 Γεώργιος Χατζιδάκις, Συμβολὴ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, περὶ τῶν μετοχῶν, 15 Νοεμβρίου 1928, σελ. 640
Ετυμολογία
σίγησις < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σίγησις. Η σημασία «παύση προφοράς φθόγγου» < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική amuïssement. : ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: σίγηση
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →