Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατασκευαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με κατασκευή ή με κατασκευαστή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατασκευαστικός < κατασκευάζω + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατασκευαστικόςκατασκευαστικήκατασκευαστικό
Γενικήκατασκευαστικούκατασκευαστικήςκατασκευαστικού
Αιτιατικήκατασκευαστικόκατασκευαστικήκατασκευαστικό
Κλητικήκατασκευαστικέκατασκευαστικήκατασκευαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατασκευαστικοίκατασκευαστικέςκατασκευαστικά
Γενικήκατασκευαστικώνκατασκευαστικώνκατασκευαστικών
Αιτιατικήκατασκευαστικούςκατασκευαστικέςκατασκευαστικά
Κλητικήκατασκευαστικοίκατασκευαστικέςκατασκευαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →