κατασκευάζω
•
- δημιουργώ, φτιάχνω κάτι Βικιλεξικό
- μεταφορικάτεχνάζομαι, επινοώ Βικιλεξικό
- κατασκεύασε αυτή την ιστορία για να τον ξεγελάσει
Ετυμολογία
κατασκευάζω < αρχαία ελληνική κατασκευάζω < κατά + σκευάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασκευάζω | κατασκευάζεις | κατασκευάζει | κατασκευάζουμε | κατασκευάζετε | κατασκευάζουν / κατασκευάζουνε |
| Παρατατικός | κατασκεύαζα | κατασκεύαζες | κατασκεύαζε | κατασκευάζαμε | κατασκευάζατε | κατασκευάζαν / κατασκευάζανε / κατασκεύαζαν |
| Αόριστος | κατασκεύασα | κατασκεύασες | κατασκεύασε | κατασκευάσαμε | κατασκευάσατε | κατασκευάσαν / κατασκευάσανε / κατασκεύασαν |
| Μέλλοντας | θα κατασκευάζω / θα κατασκευάσω | θα κατασκευάζεις / θα κατασκευάσεις | θα κατασκευάζει / θα κατασκευάσει | θα κατασκευάζουμε / θα κατασκευάσουμε | θα κατασκευάζετε / θα κατασκευάσετε | θα κατασκευάζουν / θα κατασκευάζουνε / θα κατασκευάσουν / θα κατασκευάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατασκευάσει | έχεις κατασκευάσει | έχει κατασκευάσει | έχουμε κατασκευάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατασκευάσει | είχες κατασκευάσει | είχε κατασκευάσει | είχαμε κατασκευάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατασκευάσει / να κατασκευάζω / να κατασκευάσω | να έχεις κατασκευάσει / να κατασκευάζεις / να κατασκευάσεις | να έχει κατασκευάσει / να κατασκευάζει / να κατασκευάσει | να έχουμε κατασκευάσει / να κατασκευάζουμε / να κατασκευάσουμε | να κατασκευάζετε / να κατασκευάσετε | να κατασκευάζουν / να κατασκευάζουνε / να κατασκευάσουν / να κατασκευάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε κατασκευασμένο / κατασκεύαζε / κατασκεύασε | — | — | κατασκευάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατασκευάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →