κατασκοπευτικός
•
- που έχει σχέση με την κατασκοπεία ή τον κατάσκοπο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασκοπευτικός < κατασκοπεύω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατασκοπευτικός | κατασκοπευτική | κατασκοπευτικό |
| Γενική | κατασκοπευτικού | κατασκοπευτικής | κατασκοπευτικού |
| Αιτιατική | κατασκοπευτικό | κατασκοπευτική | κατασκοπευτικό |
| Κλητική | κατασκοπευτικέ | κατασκοπευτική | κατασκοπευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατασκοπευτικοί | κατασκοπευτικές | κατασκοπευτικά |
| Γενική | κατασκοπευτικών | κατασκοπευτικών | κατασκοπευτικών |
| Αιτιατική | κατασκοπευτικούς | κατασκοπευτικές | κατασκοπευτικά |
| Κλητική | κατασκοπευτικοί | κατασκοπευτικές | κατασκοπευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →