Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατασκοπευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κατασκοπεία ή τον κατάσκοπο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατασκοπευτικός < κατασκοπεύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατασκοπευτικόςκατασκοπευτικήκατασκοπευτικό
Γενικήκατασκοπευτικούκατασκοπευτικήςκατασκοπευτικού
Αιτιατικήκατασκοπευτικόκατασκοπευτικήκατασκοπευτικό
Κλητικήκατασκοπευτικέκατασκοπευτικήκατασκοπευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατασκοπευτικοίκατασκοπευτικέςκατασκοπευτικά
Γενικήκατασκοπευτικώνκατασκοπευτικώνκατασκοπευτικών
Αιτιατικήκατασκοπευτικούςκατασκοπευτικέςκατασκοπευτικά
Κλητικήκατασκοπευτικοίκατασκοπευτικέςκατασκοπευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →