Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάσκοπος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που κατασκοπεύει εις βάρος μιας χώρας ή εταιρίας, προς όφελος μιας άλλης Βικιλεξικό
  2. που παρακολουθεί κάποιον κρυφά Βικιλεξικό
    • δόλιος παρεισφρέων που καταγράφει τεκταινόμενα, περιστατικά, δεδομένα, αρχεία κ.α.

Ετυμολογία

κατάσκοπος < αρχαία ελληνική κατάσκοπος < κατά + σκοπός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατάσκοποςκατάσκοποι
Γενικήκατάσκοπου / κατασκόπουκατασκόπων
Αιτιατικήκατάσκοποκατάσκοπους / κατασκόπους
Κλητικήκατάσκοπεκατάσκοποι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →