κατασκοπεύω
•
- είμαι κατάσκοπος, επιχειρώ να βρω και να αποκαλύψω κρυφά κρατικά, στρατιωτικά ή άλλα μυστικά (μιας χώρας, μιας εταιρείας κ.λπ.) Βικιλεξικό
- επιχειρώ να βρω, για να αποκαλύψω ή για άλλους προσωπικούς λόγους, μυστικά ή κρυφές κινήσεις κάποιου ή κάποιων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασκοπεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατασκοπεύω < αρχαία ελληνική κατασκοπέω / κατασκοπῶ < κατάσκοπος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασκοπεύω | κατασκοπεύεις | κατασκοπεύει | κατασκοπεύουμε | κατασκοπεύετε | κατασκοπεύουν / κατασκοπεύουνε |
| Παρατατικός | κατασκόπευα | κατασκόπευες | κατασκόπευε | κατασκοπεύαμε | κατασκοπεύατε | κατασκοπεύαν / κατασκοπεύανε / κατασκόπευαν |
| Αόριστος | κατασκόπευσα | κατασκόπευσες | κατασκόπευσε | κατασκοπεύσαμε | κατασκοπεύσατε | κατασκοπεύσαν / κατασκοπεύσανε / κατασκόπευσαν |
| Μέλλοντας | θα κατασκοπεύσω / θα κατασκοπεύω | θα κατασκοπεύεις / θα κατασκοπεύσεις | θα κατασκοπεύει / θα κατασκοπεύσει | θα κατασκοπεύουμε / θα κατασκοπεύσουμε | θα κατασκοπεύετε / θα κατασκοπεύσετε | θα κατασκοπεύουν / θα κατασκοπεύουνε / θα κατασκοπεύσουν / θα κατασκοπεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατασκοπεύσει | έχεις κατασκοπεύσει | έχει κατασκοπεύσει | έχουμε κατασκοπεύσει | έχετε κατασκοπεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατασκοπεύσει | είχες κατασκοπεύσει | είχε κατασκοπεύσει | είχαμε κατασκοπεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατασκοπεύσει / να κατασκοπεύσω / να κατασκοπεύω | να έχεις κατασκοπεύσει / να κατασκοπεύεις / να κατασκοπεύσεις | να έχει κατασκοπεύσει / να κατασκοπεύει / να κατασκοπεύσει | να έχουμε κατασκοπεύσει / να κατασκοπεύουμε / να κατασκοπεύσουμε | να έχετε κατασκοπεύσει / να κατασκοπεύετε / να κατασκοπεύσετε | να κατασκοπεύουν / να κατασκοπεύουνε / να κατασκοπεύσουν / να κατασκοπεύσουνε |
| Προστακτική | — | κατασκόπευε / κατασκόπευσε | — | — | κατασκοπεύετε / κατασκοπεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →