Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταστατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που αναφέρεται σε μια κατάσταση Βικιλεξικό
  2. αυτός που ρυθμίζει μια κατάσταση, συνήθως δια της επιβολής κανόνων λειτουργίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταστατικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταστατικόςκαταστατικήκαταστατικό
Γενικήκαταστατικούκαταστατικήςκαταστατικού
Αιτιατικήκαταστατικόκαταστατικήκαταστατικό
Κλητικήκαταστατικέκαταστατικήκαταστατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταστατικοίκαταστατικέςκαταστατικά
Γενικήκαταστατικώνκαταστατικώνκαταστατικών
Αιτιατικήκαταστατικούςκαταστατικέςκαταστατικά
Κλητικήκαταστατικοίκαταστατικέςκαταστατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →