καταστιχογράφος
•
- παρωχημένοπου κρατά κι ενημερώνει τα κατάστιχα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταστιχογράφος < κατάστιχο + -γράφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταστιχογράφος | καταστιχογράφοι |
| Γενική | καταστιχογράφου | καταστιχογράφων |
| Αιτιατική | καταστιχογράφο | καταστιχογράφους |
| Κλητική | καταστιχογράφε | καταστιχογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →