καταστροφολογώ
•
- νεολογισμόςμιλάω κάνοντας υπερβολικά απαισιόδοξες προβλέψεις που περιλαμβάνουν καταστροφικές συνέπειες Βικιλεξικό
- Κοροναϊός: Σάλος με τον βρετανό υπουργό Υγείας να καταστροφολογεί για τη μετάλλαξη (*, Τα Νέα, 22 Ιανουυαρίου 2021)
Ετυμολογία
καταστροφολογώ < καταστροφ(ή) + -ο- + -λογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταστροφολογώ | καταστροφολογείς | καταστροφολογεί | καταστροφολογούμε | καταστροφολογείτε | καταστροφολογούν / καταστροφολογούνε |
| Παρατατικός | καταστροφολογούσα | καταστροφολογούσες | καταστροφολογούσε | καταστροφολογούσαμε | καταστροφολογούσατε | καταστροφολογούσαν / καταστροφολογούσανε |
| Μέλλοντας | θα καταστροφολογώ | θα καταστροφολογείς | θα καταστροφολογεί | θα καταστροφολογούμε | θα καταστροφολογείτε | θα καταστροφολογούν / θα καταστροφολογούνε |
| Υποτακτική | να καταστροφολογώ | να καταστροφολογείς | να καταστροφολογεί | να καταστροφολογούμε | να καταστροφολογείτε | να καταστροφολογούν / να καταστροφολογούνε |
| Προστακτική | — | καταστροφολόγει | — | — | καταστροφολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →