κατασυκοφαντώ
•
- συκοφαντώ σε μεγάλο βαθμό, συστηματικά ή εξακολουθητικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασυκοφαντώ < ελληνιστική κοινή κατασυκοφαντέω / κατασυκοφαντῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασυκοφαντώ | κατασυκοφαντείς | κατασυκοφαντεί | κατασυκοφαντούμε | κατασυκοφαντείτε | κατασυκοφαντούν / κατασυκοφαντούνε |
| Παρατατικός | κατασυκοφαντούσα | κατασυκοφαντούσες | κατασυκοφαντούσε | κατασυκοφαντούσαμε | κατασυκοφαντούσατε | κατασυκοφαντούσαν / κατασυκοφαντούσανε |
| Αόριστος | κατασυκοφάντησα | κατασυκοφάντησες | κατασυκοφάντησε | κατασυκοφαντήσαμε | κατασυκοφαντήσατε | κατασυκοφάντησαν / κατασυκοφαντήσαν / κατασυκοφαντήσανε |
| Μέλλοντας | θα κατασυκοφαντήσω / θα κατασυκοφαντώ | θα κατασυκοφαντήσεις / θα κατασυκοφαντείς | θα κατασυκοφαντήσει / θα κατασυκοφαντεί | θα κατασυκοφαντήσουμε / θα κατασυκοφαντούμε | θα κατασυκοφαντήσετε / θα κατασυκοφαντείτε | θα κατασυκοφαντήσουν / θα κατασυκοφαντήσουνε / θα κατασυκοφαντούν / θα κατασυκοφαντούνε |
| Παρακείμενος | έχω κατασυκοφαντήσει | έχεις κατασυκοφαντήσει | έχει κατασυκοφαντήσει | έχουμε κατασυκοφαντήσει | έχετε κατασυκοφαντήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατασυκοφαντήσει | είχες κατασυκοφαντήσει | είχε κατασυκοφαντήσει | είχαμε κατασυκοφαντήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατασυκοφαντήσει / να κατασυκοφαντήσω / να κατασυκοφαντώ | να έχεις κατασυκοφαντήσει / να κατασυκοφαντήσεις / να κατασυκοφαντείς | να έχει κατασυκοφαντήσει / να κατασυκοφαντήσει / να κατασυκοφαντεί | να έχουμε κατασυκοφαντήσει / να κατασυκοφαντήσουμε / να κατασυκοφαντούμε | να έχετε κατασυκοφαντήσει / να κατασυκοφαντήσετε / να κατασυκοφαντείτε | να κατασυκοφαντήσουν / να κατασυκοφαντήσουνε / να κατασυκοφαντούν / να κατασυκοφαντούνε |
| Προστακτική | — | κατασυκοφάντει / κατασυκοφάντησε | — | — | κατασυκοφαντήστε / κατασυκοφαντείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →