κατατοπιστικός
•
- που κατατοπίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατατοπιστικός < κατατοπίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατατοπιστικός | κατατοπιστική | κατατοπιστικό |
| Γενική | κατατοπιστικού | κατατοπιστικής | κατατοπιστικού |
| Αιτιατική | κατατοπιστικό | κατατοπιστική | κατατοπιστικό |
| Κλητική | κατατοπιστικέ | κατατοπιστική | κατατοπιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατατοπιστικοί | κατατοπιστικές | κατατοπιστικά |
| Γενική | κατατοπιστικών | κατατοπιστικών | κατατοπιστικών |
| Αιτιατική | κατατοπιστικούς | κατατοπιστικές | κατατοπιστικά |
| Κλητική | κατατοπιστικοί | κατατοπιστικές | κατατοπιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →