κατατοπίζω
•
- δείχνω σε κάποιον με λεπτομέρειες την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει προς κάποια τοποθεσία Βικιλεξικό
- μεταφορικάδίνω με λεπτομέρειες πληροφορίες για ένα θέμα, πρόβλημα κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατατοπίζω, (ήδη από το 1871) < κατα- + τόπ(ος) + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική localiser)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατατοπίζω | κατατοπίζεις | κατατοπίζει | κατατοπίζουμε | κατατοπίζετε | κατατοπίζουν / κατατοπίζουνε |
| Παρατατικός | κατατόπιζα | κατατόπιζες | κατατόπιζε | κατατοπίζαμε | κατατοπίζατε | κατατοπίζαν / κατατοπίζανε / κατατόπιζαν |
| Αόριστος | κατατόπισα | κατατόπισες | κατατόπισε | κατατοπίσαμε | κατατοπίσατε | κατατοπίσαν / κατατοπίσανε / κατατόπισαν |
| Μέλλοντας | θα κατατοπίζω / θα κατατοπίσω | θα κατατοπίζεις / θα κατατοπίσεις | θα κατατοπίζει / θα κατατοπίσει | θα κατατοπίζουμε / θα κατατοπίσουμε | θα κατατοπίζετε / θα κατατοπίσετε | θα κατατοπίζουν / θα κατατοπίζουνε / θα κατατοπίσουν / θα κατατοπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατατοπίσει | έχεις κατατοπίσει | έχει κατατοπίσει | έχουμε κατατοπίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατατοπίσει | είχες κατατοπίσει | είχε κατατοπίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατατοπίσει / να κατατοπίζω / να κατατοπίσω | να έχεις κατατοπίσει / να κατατοπίζεις / να κατατοπίσεις | να έχει κατατοπίσει / να κατατοπίζει / να κατατοπίσει | να έχουμε κατατοπίσει / να κατατοπίζουμε / να κατατοπίσουμε | να κατατοπίζετε / να κατατοπίσετε | να κατατοπίζουν / να κατατοπίζουνε / να κατατοπίσουν / να κατατοπίσουνε |
| Προστακτική | — | κατατόπιζε / κατατόπισε | — | — | κατατοπίζετε / κατατοπίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατατοπίστηκακατατοπίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →