κατατρομοκράτηση
•
- σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατρομοκρατώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατατρομοκράτηση < κατατρομοκρατώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατατρομοκράτηση | κατατρομοκρατήσεις |
| Γενική | κατατρομοκράτησης | κατατρομοκρατήσεων |
| Αιτιατική | κατατρομοκράτηση | κατατρομοκρατήσεις |
| Κλητική | κατατρομοκράτηση | κατατρομοκρατήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →