κατατρομοκρατώ
•
- σπάνιοτρομοκρατώ σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατατρομοκρατώ < κατα- + τρομοκρατώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατατρομοκρατώ | κατατρομοκρατείς | κατατρομοκρατεί | κατατρομοκρατούμε | κατατρομοκρατείτε | κατατρομοκρατούν / κατατρομοκρατούνε |
| Παρατατικός | κατατρομοκρατούσα | κατατρομοκρατούσες | κατατρομοκρατούσε | κατατρομοκρατούσαμε | κατατρομοκρατούσατε | κατατρομοκρατούσαν / κατατρομοκρατούσανε |
| Αόριστος | κατατρομοκράτησα | κατατρομοκράτησες | κατατρομοκράτησε | κατατρομοκρατήσαμε | κατατρομοκρατήσατε | κατατρομοκράτησαν / κατατρομοκρατήσαν / κατατρομοκρατήσανε |
| Μέλλοντας | θα κατατρομοκρατήσω / θα κατατρομοκρατώ | θα κατατρομοκρατήσεις / θα κατατρομοκρατείς | θα κατατρομοκρατήσει / θα κατατρομοκρατεί | θα κατατρομοκρατήσουμε / θα κατατρομοκρατούμε | θα κατατρομοκρατήσετε / θα κατατρομοκρατείτε | θα κατατρομοκρατήσουν / θα κατατρομοκρατήσουνε / θα κατατρομοκρατούν / θα κατατρομοκρατούνε |
| Παρακείμενος | έχω κατατρομοκρατήσει | έχεις κατατρομοκρατήσει | έχει κατατρομοκρατήσει | έχουμε κατατρομοκρατήσει | έχετε κατατρομοκρατήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατατρομοκρατήσει | είχες κατατρομοκρατήσει | είχε κατατρομοκρατήσει | είχαμε κατατρομοκρατήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατατρομοκρατήσει / να κατατρομοκρατήσω / να κατατρομοκρατώ | να έχεις κατατρομοκρατήσει / να κατατρομοκρατήσεις / να κατατρομοκρατείς | να έχει κατατρομοκρατήσει / να κατατρομοκρατήσει / να κατατρομοκρατεί | να έχουμε κατατρομοκρατήσει / να κατατρομοκρατήσουμε / να κατατρομοκρατούμε | να έχετε κατατρομοκρατήσει / να κατατρομοκρατήσετε / να κατατρομοκρατείτε | να κατατρομοκρατήσουν / να κατατρομοκρατήσουνε / να κατατρομοκρατούν / να κατατρομοκρατούνε |
| Προστακτική | — | κατατρομοκράτει / κατατρομοκράτησε | — | — | κατατρομοκρατήστε / κατατρομοκρατείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →