καταφέρω
•
- λόγιορίχνω κάτι εναντίον κάποιου και τον χτυπώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταφέρω < αρχαία ελληνική καταφέρω < (κατά) κατα- + φέρω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταφέρω | καταφέρεις | καταφέρει | καταφέρουμε | καταφέρετε | καταφέρουν / καταφέρουνε |
| Παρατατικός | κατέφερα / καταφερόμουνα | κατέφερες / καταφερόσουνα | κατέφερε / καταφερότανε | καταφέραμε | καταφέρατε | κατέφεραν / καταφέραν / καταφέρανε |
| Αόριστος | κατέφερα | κατέφερες | κατέφερε | καταφέραμε | καταφέρατε | κατέφεραν / καταφέραν / καταφέρανε |
| Μέλλοντας | θα καταφέρω | θα καταφέρεις | θα καταφέρει | θα καταφέρουμε | θα καταφέρετε | θα καταφέρουν / θα καταφέρουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταφέρει | έχεις καταφέρει | έχει καταφέρει | έχουμε καταφέρει | έχετε καταφέρει | έχουν καταφέρει |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταφέρει | είχες καταφέρει | είχε καταφέρει | είχαμε καταφέρει | είχατε καταφέρει | είχαν καταφέρει |
| Υποτακτική | να έχω καταφέρει / να καταφέρω | να έχεις καταφέρει / να καταφέρεις | να έχει καταφέρει / να καταφέρει | να έχουμε καταφέρει / να καταφέρουμε | να έχετε καταφέρει / να καταφέρετε | να έχουν καταφέρει / να καταφέρουν / να καταφέρουνε |
| Προστακτική | — | κατάφερε | — | — | καταφέρετε / καταφέρτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταφέρομαι | καταφέρεσαι | καταφέρεται | καταφερόμαστε | — | — |
| Παρατατικός | καταφερόμουν | καταφερόσουν | καταφερόταν | καταφερόμαστε | — | — |
| Αόριστος | καταφέρθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα καταφέρομαι | θα καταφέρεσαι | θα καταφέρεται | θα καταφερόμαστε | — | — |
| Υποτακτική | να καταφέρομαι | να καταφέρεσαι | να καταφέρεται | να καταφερόμαστε | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →