Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταφέρω

ρήμα
•
  1. λόγιορίχνω κάτι εναντίον κάποιου και τον χτυπώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταφέρω < αρχαία ελληνική καταφέρω < (κατά) κατα- + φέρω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταφέρωκαταφέρειςκαταφέρεικαταφέρουμεκαταφέρετεκαταφέρουν / καταφέρουνε
Παρατατικόςκατέφερα / καταφερόμουνακατέφερες / καταφερόσουνακατέφερε / καταφερότανεκαταφέραμεκαταφέρατεκατέφεραν / καταφέραν / καταφέρανε
Αόριστοςκατέφερακατέφερεςκατέφερεκαταφέραμεκαταφέρατεκατέφεραν / καταφέραν / καταφέρανε
Μέλλονταςθα καταφέρωθα καταφέρειςθα καταφέρειθα καταφέρουμεθα καταφέρετεθα καταφέρουν / θα καταφέρουνε
Παρακείμενοςέχω καταφέρειέχεις καταφέρειέχει καταφέρειέχουμε καταφέρειέχετε καταφέρειέχουν καταφέρει
Υπερσυντέλικοςείχα καταφέρειείχες καταφέρειείχε καταφέρειείχαμε καταφέρειείχατε καταφέρειείχαν καταφέρει
Υποτακτικήνα έχω καταφέρει / να καταφέρωνα έχεις καταφέρει / να καταφέρειςνα έχει καταφέρει / να καταφέρεινα έχουμε καταφέρει / να καταφέρουμενα έχετε καταφέρει / να καταφέρετενα έχουν καταφέρει / να καταφέρουν / να καταφέρουνε
Προστακτική—κατάφερε——καταφέρετε / καταφέρτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταφέρομαικαταφέρεσαικαταφέρεταικαταφερόμαστε——
Παρατατικόςκαταφερόμουνκαταφερόσουνκαταφερότανκαταφερόμαστε——
Αόριστοςκαταφέρθηκα—————
Μέλλονταςθα καταφέρομαιθα καταφέρεσαιθα καταφέρεταιθα καταφερόμαστε——
Υποτακτικήνα καταφέρομαινα καταφέρεσαινα καταφέρεταινα καταφερόμαστε——

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →