καταφέρνω
•
- κατορθώνω να πετύχω κάτι Βικιλεξικό
- μεταφορικάπείθω Βικιλεξικό
- οικείοκαταβάλλω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταφέρνω < αρχαία ελληνική καταφέρω < κατά + φέρω < πρωτοελληνική *pʰérō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰéreti < *bʰer- (φέρω, μεταφέρω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →