καταφαίνομαι
•
- γίνομαι ολοφάνερος, εμφανίζομαι Βικιλεξικό
- αποδεικνύομαι, αιτιολογούμαι, επιβεβαιώνομαι με βάση στοιχείων, τεκμηριώσεων, επιχειρημάτων, μαρτυριών ή ντοκουμέντων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταφαίνομαι < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →