Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταφθάνω

/ka.taˈfθa.no/ρήμα
•
  1. φθάνω κάπου ξαφνικά ή απροειδοποίητα (κι ενίοτε προκαλώντας δυσαρέσκεια σ’ αυτούς που συναντώ) Βικιλεξικό
  2. φθάνω κάπου στην ώρα μου Βικιλεξικό
    • Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  3. φθάνω κάπου τελευταία στιγμή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταφθάνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταφθάνω < κατα- + φθάνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταφθάνωκαταφθάνειςκαταφθάνεικαταφθάνουμεκαταφθάνετεκαταφθάνουν / καταφθάνουνε
Παρατατικόςκατέφθανακατέφθανεςκατέφθανεκαταφθάναμεκαταφθάνατεκατέφθαναν / καταφθάναν / καταφθάνανε
Αόριστοςκατέφθασακατέφθασεςκατέφθασεκαταφθάσαμεκαταφθάσατεκατέφθασαν / καταφθάσαν / καταφθάσανε
Μέλλονταςθα καταφθάνω / θα καταφθάσωθα καταφθάνεις / θα καταφθάσειςθα καταφθάνει / θα καταφθάσειθα καταφθάνουμε / θα καταφθάσουμεθα καταφθάνετε / θα καταφθάσετεθα καταφθάνουν / θα καταφθάνουνε / θα καταφθάσουν / θα καταφθάσουνε
Παρακείμενοςέχω καταφθάσειέχεις καταφθάσειέχει καταφθάσειέχουμε καταφθάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα καταφθάσειείχες καταφθάσειείχε καταφθάσει———
Υποτακτικήνα έχω καταφθάσει / να καταφθάνω / να καταφθάσωνα έχεις καταφθάσει / να καταφθάνεις / να καταφθάσειςνα έχει καταφθάσει / να καταφθάνει / να καταφθάσεινα έχουμε καταφθάσει / να καταφθάνουμε / να καταφθάσουμενα καταφθάνετε / να καταφθάσετενα καταφθάνουν / να καταφθάνουνε / να καταφθάσουν / να καταφθάσουνε
Προστακτική—κατάφθανε / κατάφθασε——καταφθάνετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

καταφθάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →