καταφθάνω
•
- φθάνω κάπου ξαφνικά ή απροειδοποίητα (κι ενίοτε προκαλώντας δυσαρέσκεια σ’ αυτούς που συναντώ) Βικιλεξικό
- φθάνω κάπου στην ώρα μου Βικιλεξικό
- Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- φθάνω κάπου τελευταία στιγμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταφθάνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταφθάνω < κατα- + φθάνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταφθάνω | καταφθάνεις | καταφθάνει | καταφθάνουμε | καταφθάνετε | καταφθάνουν / καταφθάνουνε |
| Παρατατικός | κατέφθανα | κατέφθανες | κατέφθανε | καταφθάναμε | καταφθάνατε | κατέφθαναν / καταφθάναν / καταφθάνανε |
| Αόριστος | κατέφθασα | κατέφθασες | κατέφθασε | καταφθάσαμε | καταφθάσατε | κατέφθασαν / καταφθάσαν / καταφθάσανε |
| Μέλλοντας | θα καταφθάνω / θα καταφθάσω | θα καταφθάνεις / θα καταφθάσεις | θα καταφθάνει / θα καταφθάσει | θα καταφθάνουμε / θα καταφθάσουμε | θα καταφθάνετε / θα καταφθάσετε | θα καταφθάνουν / θα καταφθάνουνε / θα καταφθάσουν / θα καταφθάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταφθάσει | έχεις καταφθάσει | έχει καταφθάσει | έχουμε καταφθάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταφθάσει | είχες καταφθάσει | είχε καταφθάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταφθάσει / να καταφθάνω / να καταφθάσω | να έχεις καταφθάσει / να καταφθάνεις / να καταφθάσεις | να έχει καταφθάσει / να καταφθάνει / να καταφθάσει | να έχουμε καταφθάσει / να καταφθάνουμε / να καταφθάσουμε | να καταφθάνετε / να καταφθάσετε | να καταφθάνουν / να καταφθάνουνε / να καταφθάσουν / να καταφθάσουνε |
| Προστακτική | — | κατάφθανε / κατάφθασε | — | — | καταφθάνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταφθάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →