καταχέζω
•
- χέζω πολύ Βικιλεξικό
- μεταφορικάβρίζω λέγοντας πολλές βρισιές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταχέζω < κατα- + χέζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταχέζω | καταχέζεις | καταχέζει | καταχέζουμε | καταχέζετε | καταχέζουν / καταχέζουνε |
| Παρατατικός | κατάχεζα | κατάχεζες | κατάχεζε | καταχέζαμε | καταχέζατε | κατάχεζαν / καταχέζαν / καταχέζανε |
| Αόριστος | κατάχεσα | κατάχεσες | κατάχεσε | καταχέσαμε | καταχέσατε | κατάχεσαν / καταχέσαν / καταχέσανε |
| Μέλλοντας | θα καταχέζω / θα καταχέσω | θα καταχέζεις / θα καταχέσεις | θα καταχέζει / θα καταχέσει | θα καταχέζουμε / θα καταχέσουμε | θα καταχέζετε / θα καταχέσετε | θα καταχέζουν / θα καταχέζουνε / θα καταχέσουν / θα καταχέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταχέσει | έχεις καταχέσει | έχει καταχέσει | έχουμε καταχέσει | έχετε καταχέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταχέσει | είχες καταχέσει | είχε καταχέσει | είχαμε καταχέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταχέσει / να καταχέζω / να καταχέσω | να έχεις καταχέσει / να καταχέζεις / να καταχέσεις | να έχει καταχέσει / να καταχέζει / να καταχέσει | να έχουμε καταχέσει / να καταχέζουμε / να καταχέσουμε | να έχετε καταχέσει / να καταχέζετε / να καταχέσετε | να καταχέζουν / να καταχέζουνε / να καταχέσουν / να καταχέσουνε |
| Προστακτική | — | κατάχεζε / κατάχεσε | — | — | καταχέζετε / καταχέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →