καταχείμωνο
•
- οικείοη περίοδος στα μέσα του χειμώνα, οι πιο κρύες μέρες του χειμώνα Βικιλεξικό
- Πού να πάμε εκδρομή τώρα, μέσα στο καταχείμωνο;
Ετυμολογία
καταχείμωνο < κατα- + χειμώνας + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταχείμωνο | καταχείμωνα |
| Γενική | καταχείμωνου | καταχείμωνων |
| Αιτιατική | καταχείμωνο | καταχείμωνα |
| Κλητική | καταχείμωνο | καταχείμωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →