κατεβάζω
•
- κινώ κάτι από ένα ψηλότερο σημείο σε ένα χαμηλότερο Βικιλεξικό
- μεταφορικάελαττώνω, μειώνω Βικιλεξικό
- μπορείς να κατεβάσεις τη φωνή σου;
- μεταφορικάκάνω κάτι πιο φθηνό Βικιλεξικό
- κατεβάζουν τις τιμές!
- (για μέσο μεταφοράς) αποβιβάζω επιβάτη Βικιλεξικό
- θα σας κατεβάσω, αν ενοχλείτε!
- (ειδικότερα) πηγαίνω κάποιον πιο χαμηλά από το σημείο που βρίσκεται ή στο κέντρο της πόλης
- βρίσκω ιδέες, λύσεις, δεξόδους Βικιλεξικό
- αυτό της κατέβηκε, αυτό κάνει
- μεταφορικάτρώω ή πίνω με λαιμαργία Βικιλεξικό
- με τη μια κατέβασε το ποτήρι του
- καθαιρώ κάποιον από το αξίωμά του Βικιλεξικό
- αποδίδω σε κάποιον όμοιους χαρακτηρισμούς Βικιλεξικό
- ανόητη με ανεβάζει, ηλίθια με κατεβάζει
- υποβιβάζω Βικιλεξικό
- κατεβάζεις πολύ τη συζήτηση
- (στην πολιτική) προτείνω κάποιον ως υποψήφιο Βικιλεξικό
- η αντίπαλη παράταξη κατεβάζει στις επόμενες εκλογές δύο νέα πρόσωπα
- (θέατρο) διακόπτω τις παραστάσεις εξαιτίας της μη προσέλευσης κοινού Βικιλεξικό
- (για ποτάμι) μεταφέρω Βικιλεξικό
- απαριθμώ, συσσωρεύω λεκτικά Βικιλεξικό
- αν αρχίσομε να κατεβάζομε όσα είδαμε, θα μας πάρει πολλή ώρα
- γλωσσολογίαμεταφέρω τον τόνο από την προπαραλήγουσα στην παραλήγουσα ή τη λήγουσα Βικιλεξικό
- αθλητισμόςπαρουσιάζω στο γήπεδο ομάδα ή αθλητή Βικιλεξικό
- η ομάδα θα κατεβάσει τους αναπληρωματικούς παίκτες αυτή τη φορά
- πληροφορικήμεταφέρω στην οθόνη ή στο σκληρό του υπολογιστή αρχεία Βικιλεξικό
- θέλω να κατεβάσω αρχεία από το ίντερνετ
Ετυμολογία
κατεβάζω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική καταβιβάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατεβάζω | κατεβάζεις | κατεβάζει | κατεβάζουμε | κατεβάζετε | κατεβάζουν / κατεβάζουνε |
| Παρατατικός | κατέβαζα | κατέβαζες | κατέβαζε | κατεβάζαμε | κατεβάζατε | κατέβαζαν / κατεβάζαν / κατεβάζανε |
| Αόριστος | κατέβασα | κατέβασες | κατέβασε | κατεβάσαμε | κατεβάσατε | κατέβασαν / κατεβάσαν / κατεβάσανε |
| Μέλλοντας | θα κατεβάζω / θα κατεβάσω | θα κατεβάζεις / θα κατεβάσεις | θα κατεβάζει / θα κατεβάσει | θα κατεβάζουμε / θα κατεβάσουμε | θα κατεβάζετε / θα κατεβάσετε | θα κατεβάζουν / θα κατεβάζουνε / θα κατεβάσουν / θα κατεβάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατεβάσει | έχεις κατεβάσει | έχει κατεβάσει | έχουμε κατεβάσει | έχετε κατεβάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατεβάσει | είχες κατεβάσει | είχε κατεβάσει | είχαμε κατεβάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατεβάσει / να κατεβάζω / να κατεβάσω | να έχεις κατεβάσει / να κατεβάζεις / να κατεβάσεις | να έχει κατεβάσει / να κατεβάζει / να κατεβάσει | να έχουμε κατεβάσει / να κατεβάζουμε / να κατεβάσουμε | να έχετε κατεβάσει / να κατεβάζετε / να κατεβάσετε | να κατεβάζουν / να κατεβάζουνε / να κατεβάσουν / να κατεβάσουνε |
| Προστακτική | — | κατέβαζε / κατέβασε | — | — | κατεβάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατεβάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →