ανεβάζω
•
- για αντικείμενο και αφηρημένο ουσιαστικό που δεν αποτελεί αίσθημα-συναίσθημαμετακινώ σε μεγαλύτερο ύψος, μεταφέρω ψηλότερα Βικιλεξικό
- για άνθρωπομετακινώ σε μεγαλύτερο ύψος, μεταφέρω ψηλότερα Βικιλεξικό
- για συναίσθημαμετακινώ σε μεγαλύτερο ύψος, μεταφέρω ψηλότερα Βικιλεξικό
- δημοσιοποιώ ή μοιράζομαι με πολύ κόσμο (ανεβάζω μια παράσταση που είχα σχεδιάσει, ανεβάζω ένα κείμενο ή μια φωτογραφία ή ένα βίντεο στο διαδίκτυο) Βικιλεξικό
- πληροφορικήupload: μεταφέρω δεδομένα σε υπολογιστή δικτύου, συνηθέστερα σε διακομιστή (server) στο διαδίκτυο (internet) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεβάζω < (καθαρεύουσα) ἀνεβάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνεβάζω < (ελληνιστική κοινή) ἀναβάζω υπό την επίδραση του ἀναβαίνω (ανεβαίνω εγώ) και του ἀναβιβάζω (ανεβάζω κάτι)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →